Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
replaceable
01
αντικαταστάσιμος, αντικαθιστάμενος
capable of being exchanged or substituted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most replaceable
συγκριτικός βαθμός
more replaceable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The missing button on the shirt is replaceable with a spare one from the sewing kit.
Το κουμπί που λείπει στο πουκάμισο είναι αντικαταστάσιμο με ένα εφεδρικό από το κιτ ραπτικής.
Λεξικό Δέντρο
irreplaceable
replaceability
unreplaceable
replaceable
placeable
place



























