Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nick
01
χαράσσω ελαφρά, κάνω ένα μικρό κόψιμο
to make a small, shallow cut or groove into something
Transitive: to nick sth
Παραδείγματα
The woodworker carefully nicks the edge of the board to mark the measurement.
Ο ξυλουργός χαράζει προσεκτικά την άκρη της σανίδας για να σημάνει τη μέτρηση.
02
γρατζουνίζω, κόβω ελαφρά
to make a small, shallow cut or wound, resulting in minor injury or damage
Transitive: to nick a part of the body
Παραδείγματα
While chopping vegetables, she accidentally nicked her finger with the knife, causing a small but painful cut.
Ενώ έκοβε λαχανικά, τυχαία γδάρθηκε το δάχτυλό της με το μαχαίρι, προκαλώντας μια μικρή αλλά οδυνηρή τομή.
03
παράγω, γεννώ
(of livestock) to produce offspring that exhibit superior traits
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nick
γ΄ ενικό πρόσωπο
nicks
ενεστώτα μετοχή
nicking
απλός αόριστος
nicked
παθητική μετοχή
nicked
Παραδείγματα
The two champion racehorses nicked exceptionally well, producing offspring that inherited their speed and agility.
Τα δύο πρωταθλητικά άλογα nick εξαιρετικά καλά, παράγοντας απογόνους που κληρονόμησαν την ταχύτητα και την ευκινησία τους.
04
κάνω ρηχές τομές, σήμανση με ρηχές τομές
to make shallow, precise cuts or incisions on the underside of a horse's tail, often for identification purposes
Transitive: to nick a horse's tail
Παραδείγματα
As part of the grooming ritual, the stablehand nicks the tails of the therapy horses.
Ως μέρος του τελετουργικού περιποίησης, ο σταυλάρχης κάνει εγκοπές στις ουρές των θεραπευτικών αλόγων.
Nick
01
εγκοπή, γδάρσιμο
a small cut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nicks
02
φυλακή, δεσμωτήριο
(British slang) a prison
03
εγκοπή, σημάδι
an impression in a surface (as made by a blow)
Λεξικό Δέντρο
nicker
nick



























