Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traiter
01
συμπεριφέρομαι, φέρομαι
agir envers quelqu'un d'une certaine manière
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
traite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
traitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
traiterai
ενεστώτα μετοχή
traitant
παθητική μετοχή
traité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
traitions
Παραδείγματα
Il traite ses collègues avec respect.
Συμπεριφέρεται στους συναδέλφους του με σεβασμό.
02
θεραπεύω, φροντίζω
donner un soin ou un traitement pour guérir une maladie
Παραδείγματα
Le médecin traite ses patients avec attention.
Ο γιατρός θεραπεύει τους ασθενείς του με προσοχή.
03
ονομάζω, προσφωνώ
donner un nom ou un surnom à quelqu'un, ou attribuer un qualificatif
Παραδείγματα
Il traite son ami de génie.
Αποκαλεί τον φίλο του ιδιοφυΐα.
04
αντιμετωπίζω, επεξεργάζομαι
examiner, analyser ou aborder un sujet ou un problème
Παραδείγματα
Le professeur traite ce sujet en détail.
Ο δάσκαλος ασχολείται με αυτό το θέμα λεπτομερώς.
05
διαπραγματεύομαι, συζητώ
discuter ou négocier pour résoudre un problème ou conclure un accord
Παραδείγματα
Il traite avec ses partenaires commerciaux.
Διαπραγματεύεται με τους επιχειρηματικούς του συνεργάτες.
06
επεξεργάζομαι, καθαρίζω
purifier, nettoyer ou préparer quelque chose
Παραδείγματα
L'usine traite l'eau avant de la distribuer .
Το εργοστάσιο επεξεργάζεται το νερό πριν το διανείμει.
07
εξετάζω, αναλύω
examiner, analyser ou travailler sur un document, un projet ou une matière
Παραδείγματα
Il traite le dossier avec soin.
Χειρίζεται το φάκελο με προσοχή.



























