Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le traité
[gender: masculine]
01
συνθήκη, σύμβαση
accord officiel écrit entre deux ou plusieurs parties, souvent entre pays
Παραδείγματα
La signature du traité a marqué une étape importante dans les relations internationales.
Η υπογραφή της συνθήκης σηματοδότησε ένα σημαντικό ορόσημο στις διεθνείς σχέσεις.
02
πραγματεία, μελέτη
texte écrit qui expose de manière détaillée une étude ou une réflexion sur un sujet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
traités
Παραδείγματα
Ce traité scientifique est utilisé dans plusieurs universités.
Αυτή η επιστημονική πραγματεία χρησιμοποιείται σε πολλά πανεπιστήμια.



























