Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remonter
01
ανεβαίνω, επιβιβάζομαι
se mettre sur un véhicule, un animal ou un objet pour se déplacer
Παραδείγματα
Il remonte à cheval chaque matin.
Ανεβαίνει στο άλογο κάθε πρωί.
02
ανεβαίνω, αυξάνομαι
s'élever, augmenter ou aller vers un niveau supérieur
Παραδείγματα
La température remonte après une matinée froide.
Η θερμοκρασία ανεβαίνει μετά από ένα κρύο πρωί.
03
ανατρέχω σε, χρονολογούμαι από
se rapporter à une époque antérieure, dater de
Παραδείγματα
Cette tradition remonte au Moyen Âge.
Αυτή η παράδοση ανάγεται στον Μεσαίωνα.
04
εμψυχώνω, κεφιώνω
rendre quelqu'un plus joyeux ou confiant
Παραδείγματα
Elle a remonté le moral de son ami après sa déception.
Αυτή ανέβασε το ηθικό του φίλου της μετά την απογοήτευσή του.
05
ανεβαίνω ξανά, επανέρχομαι προς τα πάνω
aller de nouveau vers le haut ou relever quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remonte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remontons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remonterai
ενεστώτα μετοχή
remontant
παθητική μετοχή
remonté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remontions
Παραδείγματα
Il a remonté la pente avec difficulté.
Ανέβηκε την πλαγιά με δυσκολία.
06
τραβώ προς τα πάνω, σηκώνω
tirer quelque chose vers le haut ou le relever
Παραδείγματα
Il a remonté la corde pour lever le seau.
Τράβηξε το σχοινί προς τα πάνω για να σηκώσει τον κουβά.
07
επισκευάζω, διορθώνω
remettre quelque chose en bon état ou en fonctionnement
Παραδείγματα
Il a remonté son vélo après la chute.
Επισκεύασε το ποδήλατό του μετά την πτώση.
08
κουρδίζω, ρυθμίζω
tendre ou régler un mécanisme, comme une montre ou une horloge, pour qu'il fonctionne
Παραδείγματα
Il remonte sa montre chaque matin.
Κουρδίζει το ρολόι του κάθε πρωί.



























