Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
occuper
01
κατοικώ, ζω σε
habiter un lieu, y vivre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
occupe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
occupons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
occuperai
ενεστώτα μετοχή
occupant
παθητική μετοχή
occupé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
occupions
Παραδείγματα
Cette famille occupe la maison depuis dix ans.
Αυτή η οικογένεια καταλαμβάνει το σπίτι για δέκα χρόνια.
02
να είμαι απασχολημένος, να είμαι απασχολημένος σε μια δραστηριότητα
être engagé ou absorbé dans une activité
Παραδείγματα
Elle s'occupe de ses enfants toute la journée.
Αυτή φροντίζει τα παιδιά της όλη μέρα.
03
κρατά απασχολημένο, διασκεδάζω
tenir quelqu'un ou quelque chose occupé, divertir ou engager
Παραδείγματα
Ce jeu occupe les enfants pendant des heures.
Αυτό το παιχνίδι καταλαμβάνει τα παιδιά για ώρες.
04
καταλαμβάνω, κατέχω
prendre possession d'un lieu, souvent par la force ou le contrôle
Παραδείγματα
L'armée a occupé la ville pendant plusieurs mois.
Ο στρατός κατέλαβε την πόλη για αρκετούς μήνες.
05
καταλαμβάνω, χρησιμοποιώ
prendre ou utiliser une surface, un temps, une place ou un rôle
Παραδείγματα
Cette table occupe beaucoup de place dans la salle.
Αυτό το τραπέζι καταλαμβάνει πολύ χώρο στο δωμάτιο.
06
φροντίζω, νοιάζομαι
prendre soin de quelqu'un ou de quelque chose
Παραδείγματα
Elle s'occupe de ses enfants tous les jours.
Αυτή φροντίζει τα παιδιά της κάθε μέρα.
07
ασχολούμαι με, είμαι υπεύθυνος για
être responsable de quelque chose ou de quelqu'un
Παραδείγματα
Je m'occupe du service client dans cette entreprise.
Ασχολούμαι με την εξυπηρέτηση πελατών σε αυτήν την εταιρεία.



























