l'occasion
occasion
ɔkazjɔ̃
awkazyaw
occlusion

Ορισμός και σημασία του "occasion"στα γαλλικά

01

ευκαιρία, περίσταση

moment ou situation favorable pour faire quelque chose 
l'occasion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
occasions
Παραδείγματα
C'est l'occasion de rencontrer de nouveaux amis. 

Ευκαιρία είναι η ευκαιρία να γνωρίσετε νέους φίλους.

02

μεταχειρισμένο αντικείμενο, χρησιμοποιημένο προϊόν

objet déjà utilisé par quelqu'un d'autre 
l'occasion definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai acheté une voiture d'occasion. 

Αγόρασα ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store