Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'occasion
01
ευκαιρία, περίσταση
moment ou situation favorable pour faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
occasions
Παραδείγματα
C'est l'occasion de rencontrer de nouveaux amis.
Ευκαιρία είναι η ευκαιρία να γνωρίσετε νέους φίλους.
02
μεταχειρισμένο αντικείμενο, χρησιμοποιημένο προϊόν
objet déjà utilisé par quelqu'un d'autre
Παραδείγματα
J'ai acheté une voiture d'occasion.
Αγόρασα ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.



























