obtenir
Pronunciation
/ɔptəniʀ/

Ορισμός και σημασία του "obtenir"στα γαλλικά

obtenir
01

αποκτώ, λαμβάνω

recevoir ce qu'on a demandé ou demandé à faire
obtenir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
obtiens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
obtenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
obtiendrai
ενεστώτα μετοχή
obtenant
παθητική μετοχή
obtenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
obtenions
Παραδείγματα
Ils ont obtenu l' accord du client.
Απέκτησαν την έγκριση του πελάτη.
02

επιτυγχάνω, κατορθώνω

réussir à atteindre un objectif ou un résultat
obtenir definition and meaning
Παραδείγματα
J' ai obtenu ce poste après beaucoup d' efforts.
Κέρδισα αυτή τη θέση μετά από πολλή προσπάθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store