observer
Pronunciation
/ɔpsɛʀve/

Ορισμός και σημασία του "observer"στα γαλλικά

observer
01

παρατηρώ, κοιτάζω προσεκτικά

regarder attentivement quelque chose ou quelqu'un
observer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
observe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
observons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
observerai
ενεστώτα μετοχή
observant
παθητική μετοχή
observé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
observions
Παραδείγματα
Mon frère aime observer les gens dans le parc.
Ο αδερφός μου αγαπά να παρατηρεί τους ανθρώπους στο πάρκο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store