Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oblong
01
οβάλ, επιμήκης
qui a une forme allongée, plus longue que large, avec des extrémités arrondies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus oblong
συγκριτικός βαθμός
plus oblong
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
oblong
αρσενικό πληθυντικό
oblongs
θηλυκό ενικό
oblongue
θηλυκό πληθυντικό
oblongues
Παραδείγματα
La feuille oblongue se distingue des feuilles rondes.
Το επιμήκη φύλλο διακρίνεται από τα στρογγυλά φύλλα.



























