obscur
Pronunciation
/ɔbskˈyʁ/

Ορισμός και σημασία του "obscur"στα γαλλικά

01

σκοτεινός, σκοτεινιάρης

qui manque de lumière, où l'on voit mal
obscur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus obscur
συγκριτικός βαθμός
plus obscur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obscur
αρσενικό πληθυντικό
obscurs
θηλυκό ενικό
obscure
θηλυκό πληθυντικό
obscures
Παραδείγματα
La cave obscure lui faisait peur.
Το σκοτεινό κελάρι τον φόβιζε.
02

σκοτεινός, δύσκολος στην κατανόηση

difficile à comprendre, peu clair
obscur definition and meaning
Παραδείγματα
Les raisons de sa décision sont obscures.
Οι λόγοι της απόφασής του είναι ασαφείς.
03

άγνωστος, αφανής

peu connu, sans renommée
obscur definition and meaning
Παραδείγματα
Il collectionnait les œuvres de peintres obscurs.
Συγκέντρωνε έργα άγνωστων ζωγράφων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store