Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obscur
01
σκοτεινός, σκοτεινιάρης
qui manque de lumière, où l'on voit mal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus obscur
συγκριτικός βαθμός
plus obscur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obscur
αρσενικό πληθυντικό
obscurs
θηλυκό ενικό
obscure
θηλυκό πληθυντικό
obscures
Παραδείγματα
La cave obscure lui faisait peur.
Το σκοτεινό κελάρι τον φόβιζε.
02
σκοτεινός, δύσκολος στην κατανόηση
difficile à comprendre, peu clair
Παραδείγματα
Les raisons de sa décision sont obscures.
Οι λόγοι της απόφασής του είναι ασαφείς.
03
άγνωστος, αφανής
peu connu, sans renommée
Παραδείγματα
Il collectionnait les œuvres de peintres obscurs.
Συγκέντρωνε έργα άγνωστων ζωγράφων.



























