Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'objet
01
αντικείμενο, πράγμα
chose matérielle que l'on peut voir, toucher ou utiliser
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
objets
Παραδείγματα
Cet objet appartient à mon grand-père.
Αυτό το αντικείμενο ανήκει στον παππού μου.
02
sujet, thème ou point principal d'une discussion, d'une étude ou d'une action
Παραδείγματα
L'objet de la réunion est de discuter du nouveau projet.
03
σκοπός, πρόθεση
but, intention ou finalité poursuivie par une action ou un projet
Παραδείγματα
L'objet de ce projet est d'améliorer la qualité de l'enseignement.
Ο σκοπός αυτού του έργου είναι η βελτίωση της ποιότητας της διδασκαλίας.



























