Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'objet
01
αντικείμενο, πράγμα
chose matérielle que l'on peut voir, toucher ou utiliser
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
objets
Παραδείγματα
Chaque objet sur cette étagère a une histoire.
Κάθε αντικείμενο σε αυτό το ράφι έχει μια ιστορία.
02
sujet, thème ou point principal d'une discussion, d'une étude ou d'une action
Παραδείγματα
Chaque objet de discussion doit être traité avec soin.
03
σκοπός, πρόθεση
but, intention ou finalité poursuivie par une action ou un projet
Παραδείγματα
Chaque décision doit être prise en fonction de son objet.
Κάθε απόφαση πρέπει να λαμβάνεται σύμφωνα με τον σκοπό της.



























