observer
ob
ɔp
awp
ser
sɛʁ
ser
ver
ve
ve

Ορισμός και σημασία του "observer"στα γαλλικά

observer
01

παρατηρώ, κοιτάζω προσεκτικά

regarder attentivement quelque chose ou quelqu'un 
observer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
observe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
observons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
observerai
ενεστώτα μετοχή
observant
παθητική μετοχή
observé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
observions
Παραδείγματα
J'observe les oiseaux dans le jardin. 

Παρατηρώ τα πουλιά στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store