Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
observer
01
παρατηρώ, κοιτάζω προσεκτικά
regarder attentivement quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
observe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
observons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
observerai
ενεστώτα μετοχή
observant
παθητική μετοχή
observé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
observions
Παραδείγματα
Mon frère aime observer les gens dans le parc.
Ο αδερφός μου αγαπά να παρατηρεί τους ανθρώπους στο πάρκο.



























