Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obtenir
01
αποκτώ, λαμβάνω
recevoir ce qu'on a demandé ou demandé à faire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
obtiens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
obtenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
obtiendrai
ενεστώτα μετοχή
obtenant
παθητική μετοχή
obtenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
obtenions
Παραδείγματα
J'ai obtenu un visa pour voyager.
Πήρα μια βίζα για να ταξιδέψω.
02
επιτυγχάνω, κατορθώνω
réussir à atteindre un objectif ou un résultat
Παραδείγματα
Elle a obtenu un excellent score à l'examen.
Αυτή πήρε εξαιρετική βαθμολογία στις εξετάσεις.



























