Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habiller
01
ντύνω, φοράω ρούχα σε
mettre des vêtements à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
habille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
habillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
habillerai
ενεστώτα μετοχή
habillant
παθητική μετοχή
habillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
habillions
Παραδείγματα
Elle habille son bébé chaque matin.
Ντύνει το μωρό της κάθε πρωί.
1.1
ντύνομαι, βάζω ρούχα στον εαυτό μου
mettre des vêtements sur soi-même
Παραδείγματα
Je m'habille rapidement le matin.
Ντύνομαι γρήγορα το πρωί.
02
ταιριάζω, πηγαίνω καλά
aller bien à quelqu'un
Παραδείγματα
Cette couleur habille bien ta peau.
Αυτό το χρώμα ταιριάζει στο δέρμα σου.
03
αποκοιλιάζω, αδειάζω το εσωτερικό
vider l'intérieur d'un aliment, comme un légume ou un animal
Παραδείγματα
Il habille le poulet avant de le cuisiner.
Αδειάζει το κοτόπουλο πριν το μαγειρέψει.
04
καλύπτω, επικαλύπτω
recouvrir une surface avec un matériau décoratif ou protecteur
Παραδείγματα
Ils ont habillé les murs avec du papier peint.
Κάλυψαν τους τοίχους με ταπετσαρία.
05
αποκρύπτω, καλύπτω
présenter quelque chose d'une manière différente pour en changer l'apparence
Παραδείγματα
Il a habillé son mensonge avec de belles paroles.
Ενέδυσε το ψέμα του με όμορφες λέξεις.
06
αγοράζω ρούχα για τον εαυτό μου
acheter des vêtements pour soi-même
Παραδείγματα
Je dois m'habiller pour l'hiver.
Πρέπει να ντυθώ για τον χειμώνα.



























