Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'habitat
[gender: masculine]
01
βιότοπος, φυσικό περιβάλλον
l'endroit naturel où vit une espèce animale ou végétale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
habitats
Παραδείγματα
La conservation de l' habitat naturel est essentielle pour la biodiversité.
Η διατήρηση του φυσικού βιότοπου είναι απαραίτητη για τη βιοποικιλότητα.
02
βιότοπος, περιβάλλον
l'environnement ou le milieu dans lequel vit un organisme ou se développe quelque chose
Παραδείγματα
Il est important de protéger l' habitat pour maintenir l' équilibre écologique.



























