Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'habitation
01
κατοικία, καταλύματα
lieu destiné à loger une personne ou une famille, de façon permanente ou temporaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
habitations
Παραδείγματα
Cette habitation est située en zone rurale.
Αυτή η κατοικία βρίσκεται σε αγροτική περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
cohabitation
habitation
habit



























