l'habitation

Ορισμός και σημασία του "habitation"στα γαλλικά

01

κατοικία, καταλύματα

lieu destiné à loger une personne ou une famille, de façon permanente ou temporaire
l'habitation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
habitations
Παραδείγματα
Cette habitation ancienne a été rénovée récemment.
Αυτή η κατοικία παλιά ανακαινίστηκε πρόσφατα.

Λεξικό Δέντρο

cohabitation
habitation
habit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store