Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
figurer
01
δείχνω, εκθέτω
faire apparaître ou indiquer quelque chose de manière visible ou explicite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
figure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
figurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
figurerai
ενεστώτα μετοχή
figurant
παθητική μετοχή
figuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
figurions
Παραδείγματα
Le tableau figure les résultats du sondage.
Ο πίνακας απεικονίζει τα αποτελέσματα της έρευνας.
02
απεικονίζω, παριστάνω
représenter quelque chose visuellement ou dans l'esprit
Παραδείγματα
Le peintre figure un paysage magnifique sur sa toile.
Ο ζωγράφος απεικονίζει ένα υπέροχο τοπίο στον καμβά του.
03
αντιπροσωπεύω, συμβολίζω
représenter ou symboliser quelque chose
Παραδείγματα
Cette statue figure la liberté.
Αυτό το άγαλμα συμβολίζει την ελευθερία.
04
εμφανίζομαι, συμμετέχω
être présent ou apparaître quelque part
Παραδείγματα
Elle figure à la réunion de ce matin.
Εμφανίζεται στη σύσκεψη του πρωινού.
05
φαντάζομαι, αναπαριστώ στο μυαλό
imaginer ou se représenter quelque chose dans son esprit
Παραδείγματα
Je me figure la maison de mes rêves.
Φαντάζομαι το σπίτι των ονείρων μου.
06
εμφανίζομαι ως κομπάρσος, παίζω δευτερεύοντα ρόλο
jouer un rôle secondaire ou insignifiant dans une situation ou un groupe
Παραδείγματα
Dans le film, il figure seulement comme figurant.
Στην ταινία, εμφανίζεται μόνο ως κομπάρσος.



























