Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le coup
01
χτύπημα, κτύπημα
impact physique violent entre deux objets ou corps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coups
Παραδείγματα
Il a reçu un coup violent à la tête.
02
πυροβολισμός
action de tirer avec une arme à feu
Παραδείγματα
On a entendu un coup de feu dans la forêt.
Ακούσαμε μια βολή στο δάσος.
03
χτύπημα, σοκ
choc émotionnel violent et soudain
Παραδείγματα
La nouvelle de sa mort a été un coup terrible.
Η είδηση του θανάτου του ήταν ένα τρομερό χτύπημα.
04
κίνηση, βήμα
action rapide et habile produisant un effet précis
Παραδείγματα
Ce coup de pinceau a changé tout le tableau.
Αυτή η πινελιά άλλαξε ολόκληρο τον πίνακα.
05
ριπή, φύσημα
souffle ou mouvement brusque d'air
Παραδείγματα
Un coup de vent a fait tomber les feuilles.
Μια ριπή ανέμου έκανε τα φύλλα να πέσουν.
06
χτύπημα, κρότος
son bref et soudain produit par un impact ou un mécanisme
Παραδείγματα
Un coup sec a retenti à la porte.
Ένα απότομο χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.
07
φορά, στιγμή
action ou événement qui se produit à un moment précis
Παραδείγματα
Essaie encore un coup !
Δοκίμασε άλλη μια φορά!



























