Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attraper
01
πιάνω, πιάνομαι
réussir à prendre ou retenir ce qui bouge ou essaie de fuir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attrape
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attrapons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attraperai
ενεστώτα μετοχή
attrapant
παθητική μετοχή
attrapé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attrapions
Παραδείγματα
Il a attrapé la balle au vol.
Έπιασε την μπάλα στον αέρα.
02
παγιδεύω, πιάνω
réussir à saisir quelqu'un ou quelque chose en utilisant un piège ou une ruse
Παραδείγματα
Le chasseur a attrapé un renard avec un piège.
Ο κυνηγός έπιασε μια αλεπού με μια παγίδα.
03
πιάσει, κολλήσει
devenir malade ou être affecté par un problème de santé
Παραδείγματα
Il a attrapé la grippe cet hiver.
Αυτός πιάστηκε γρίπη αυτόν τον χειμώνα.
04
μαλώνω, λαμβάνω επίπληξη
être grondé ou puni pour un comportement ou une erreur
Παραδείγματα
Il a attrapé une punition pour être arrivé en retard.
Έπιασε μια τιμωρία γιατί άργησε να φτάσει.
05
ξεγελώ, εξαπατώ
faire tomber quelqu'un dans un piège ou le duper
Παραδείγματα
Il a attrapé son ami en lui racontant une blague.
Έπιασε τον φίλο του λέγοντάς του ένα αστείο.



























