Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attirer
01
προσελκύω
faire venir ou capter l'intérêt ou l'attention de quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attirerai
ενεστώτα μετοχή
attirant
παθητική μετοχή
attiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attirions
Παραδείγματα
Ce film attire un large public.
Αυτή η ταινία προσελκύει ένα ευρύ κοινό.



























