attirer
attirer
atsiʁe
atsire
attiserattifer

Ορισμός και σημασία του "attirer"στα γαλλικά

attirer
01

προσελκύω

faire venir ou capter l'intérêt ou l'attention de quelqu'un ou quelque chose 
attirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attirerai
ενεστώτα μετοχή
attirant
παθητική μετοχή
attiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attirions
Παραδείγματα
Cette publicité attire beaucoup de clients. 

Αυτή η διαφήμιση προσελκύει πολλούς πελάτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store