l'atterrissage
a
a
α
tte
τε
rri
ʁi
ρι
ssage
sɑ:ʒ
σαζ

Ορισμός και σημασία του "atterrissage"στα γαλλικά

L'atterrissage
01

προσγείωση

moment un avion ou un objet volant touche le sol 
l'atterrissage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atterrissages
Παραδείγματα
L'atterrissage de l'avion s'est bien passé. 

Η προσγείωση του αεροπλάνου πήγε καλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store