Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attribuer
01
αναθέτω, αποδίδω
donner quelque chose à quelqu'un ou à quelque chose, souvent comme une responsabilité, une qualité ou un mérite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attribue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attribuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attribuerai
ενεστώτα μετοχή
attribuant
παθητική μετοχή
attribué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attribuions
Παραδείγματα
Le professeur a attribué des devoirs aux étudiants.
Ο καθηγητής ανέθεσε εργασίες στους μαθητές.



























