attribuer
attribuer
atʁibɥe
atribüe
attrister

Ορισμός και σημασία του "attribuer"στα γαλλικά

attribuer
01

αναθέτω, αποδίδω

donner quelque chose à quelqu'un ou à quelque chose, souvent comme une responsabilité, une qualité ou un mérite 
attribuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attribue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attribuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attribuerai
ενεστώτα μετοχή
attribuant
παθητική μετοχή
attribué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attribuions
Παραδείγματα
On lui a attribué un rôle important dans le projet. 

Του αποδόθηκε ένας σημαντικός ρόλος στο έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store