Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dirigir
01
διαχειρίζομαι, διοικώ
mandar, administrar o controlar una organización, grupo o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
dirijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dirige
ενεστώτα μετοχή
dirigiendo
απλός αόριστος
dirigí
παθητική μετοχή
dirigido
Παραδείγματα
Necesito aprender a dirigir un equipo eficientemente.
Πρέπει να μάθω να διαχειρίζομαι μια ομάδα αποτελεσματικά.
02
σκηνοθετώ
ser el responsable de la puesta en escena y la guía artística de una película, obra de teatro u otra producción
Παραδείγματα
La forma en que dirigió a los actores niños fue admirable.
Ο τρόπος που σκηνοθέτησε τους παιδικούς ηθοποιούς ήταν αξιοθαύμαστος.
03
απευθύνομαι, μιλώ σε
hablar o actuar con alguien, especialmente al iniciar una comunicación
Παραδείγματα
El gerente se dirigió a todo el equipo en la reunión.
Ο διευθυντής απευθύνθηκε σε όλη την ομάδα στη συνάντηση.
04
διευθύνω
guiar a un grupo de músicos durante una interpretación
Παραδείγματα
Dirigió el ensayo con mucha paciencia.
Διευθύνω την πρόβα με μεγάλη υπομονή.



























