el discapacidad
dis
dis
dis
ca
ka
ka
pa
pa
pa
ci
si
si
dad
ˈðað
dhadh

Ορισμός και σημασία του "discapacidad"στα ισπανικά

El discapacidad
01

αναπηρία, αναπηρία

condición física, mental o sensorial que limita a una persona en sus actividades 
el discapacidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Él vive con una discapacidad desde niño. 

Ζει με μια αναπηρία από παιδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store