Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El discapacidad
01
αναπηρία, αναπηρία
condición física, mental o sensorial que limita a una persona en sus actividades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Los derechos de las personas con discapacidad deben respetarse.
Τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία πρέπει να σεβαστούν.



























