to hale
hale
heɪl
heil
hallehalve

Ορισμός και σημασία του "hale"στα αγγλικά

to hale
01

τραβώ, σέρνω

to drag someone or something with force 
Transitive: to hale sb/sth somewhere
to hale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hale
γ΄ ενικό πρόσωπο
hales
ενεστώτα μετοχή
haling
απλός αόριστος
haled
παθητική μετοχή
haled
Παραδείγματα
The fishermen had to hale the heavy net filled with fish onto the boat. 

Οι ψαράδες έπρεπε να τραβήξουν το βαρύ δίχτυ γεμάτο ψάρια στη βάρκα.

02

σέρνω, αναγκάζω

to compel or force someone to do something against their will 
Transitive: to hale sb into sth
to hale definition and meaning
Παραδείγματα
The authorities haled the suspect into custody for questioning regarding the incident. 

Οι αρχές έσυραν τον ύποπτο υπό κράτηση για ανάκριση σχετικά με το περιστατικό.

01

υγιής, δυνατός

enjoying good health and strength 
hale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
halest
συγκριτικός βαθμός
haler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hale elder participated in outdoor activities, showcasing his robust health. 

Ο γερμαλέος γηραιός συμμετείχε σε υπαίθριες δραστηριότητες, επιδεικνύοντας την εύρωστη υγεία του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store