Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gesture
01
χειρονομία, νόημα
a movement of the hands, face, or body used to express an idea, feeling, or intention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gestures
Παραδείγματα
Raising his hand was a polite gesture to ask a question.
Το σήκωμα του χεριού του ήταν μια ευγενική χειρονομία για να κάνει μια ερώτηση.
02
χειρονομία, νόημα
a deliberate movement, usually of the hands, used to communicate a specific signal or instruction
Παραδείγματα
He used a gesture to ask for the car keys.
Χρησιμοποίησε μια χειρονομία για να ζητήσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
03
χειρονομία, κίνηση
an action done to express an intention, feeling, or goodwill without necessarily using words
Παραδείγματα
Painting the fence was a helpful gesture toward the neighbors.
Το βάψιμο του φράχτη ήταν μια χρήσιμη χειρονομία προς τους γείτονες.
to gesture
01
χειρονομώ, κάνω νόημα
to express a meaning with a movement of the hands, face, head, etc.
Intransitive
Ditransitive: to gesture for sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gesture
γ΄ ενικό πρόσωπο
gestures
ενεστώτα μετοχή
gesturing
απλός αόριστος
gestured
παθητική μετοχή
gestured
Παραδείγματα
The coach gestured for the player to come off the field for a substitution.
Ο προπονητής έκανε νόημα στον παίκτη να βγει από το γήπεδο για αλλαγή.
Λεξικό Δέντρο
gestural
gesture



























