Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Detour
01
παράκαμψη, παράκαμψη δρόμου
a temporary route used to bypass a closed or blocked section of road
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
detours
Παραδείγματα
They took a detour due to road construction.
Πήραν μια παράκαμψη λόγω κατασκευής δρόμου.
02
παραπλάνηση, απόκλιση
a shift in focus or attention away from the primary subject or task
Παραδείγματα
The meeting took a detour when they started discussing the new project.
Η συνάντηση πήρε μια παράκαμψη όταν άρχισαν να συζητούν το νέο έργο.
03
παρακάμψη, παράκαμψη
a change or diversion from the planned path, often due to unexpected obstacles or circumstances
Παραδείγματα
A detour added an hour to our travel time.
Μια παρακαμπτήρια διαδρομή πρόσθεσε μια ώρα στον χρόνο ταξιδιού μας.
to detour
01
παρακάμπτω, κάνω παράκαμψη
to take or lead on a roundabout way, especially when a more direct route is unavailable or blocked
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
detour
γ΄ ενικό πρόσωπο
detours
ενεστώτα μετοχή
detouring
απλός αόριστος
detoured
παθητική μετοχή
detoured
Παραδείγματα
The road was closed for construction, so the drivers had to detour through a nearby neighborhood.
Ο δρόμος ήταν κλειστός για κατασκευές, οπότε οι οδηγοί έπρεπε να κάνουν παράκαμψη μέσω μιας γειτονικής περιοχής.



























