detonation
Pronunciation
/ˌdɛtəˈneɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "detonation"στα αγγλικά

01

εκρήγνυση, έκρηξη

the act of causing an explosive to explode
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
detonations
Παραδείγματα
Witnesses reported seeing smoke immediately after the detonation.
Μάρτυρες ανέφεραν ότι είδαν καπνό αμέσως μετά την πυροδότηση.
02

έκρηξη, ανατίναξη

a violent release of energy caused by a chemical or nuclear reaction

Λεξικό Δέντρο

detonation
detonate
deton
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store