Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to detest
01
απεχθάνομαι, μισώ
to absolutely hate someone or something
Transitive: to detest sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
detest
γ΄ ενικό πρόσωπο
detests
ενεστώτα μετοχή
detesting
απλός αόριστος
detested
παθητική μετοχή
detested
Παραδείγματα
We detest dishonesty and value truthfulness and integrity.
Μισούμε την ανειλικρίνεια και εκτιμούμε την αλήθεια και την ακεραιότητα.
Λεξικό Δέντρο
detestable
detested
detest



























