detest
de
di
ντι
test
ˈtɛst
τεστ
/dɪtˈɛst/

Ορισμός και σημασία του "detest"στα αγγλικά

to detest
01

απεχθάνομαι, μισώ

to absolutely hate someone or something
Transitive: to detest sb/sth
to detest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
detest
γ΄ ενικό πρόσωπο
detests
ενεστώτα μετοχή
detesting
απλός αόριστος
detested
παθητική μετοχή
detested
Παραδείγματα
We detest dishonesty and value truthfulness and integrity.
Μισούμε την ανειλικρίνεια και εκτιμούμε την αλήθεια και την ακεραιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store