to consort
con
kən
καν
sort
ˈsɔ:t
σοτ
contort

Ορισμός και σημασία του "consort"στα αγγλικά

to consort
01

συναναστρέφομαι, συνεργάζομαι

to associate or spend time with someone, typically implying companionship or partnership 
Intransitive: to consort with sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
consort
γ΄ ενικό πρόσωπο
consorts
ενεστώτα μετοχή
consorting
απλός αόριστος
consorted
παθητική μετοχή
consorted
Παραδείγματα
She consorts with artists and intellectuals, attending gallery openings and literary events regularly. 

Αυτή συναναστρέφεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους, παρακολουθώντας τακτικά εγκαινία γκαλερί και λογοτεχνικές εκδηλώσεις.

02

συμφωνώ, αρμονίζω

to be in harmony with something in style, nature, purpose, or meaning 
Intransitive: to consort with sth
Παραδείγματα
His behavior does not consort with his public promises. 

Η συμπεριφορά του δεν συνάδει με τις δημόσιες υποσχέσεις του.

01

μια ομάδα οργάνων ή φωνών που εκτελούν μαζί, συνήθως από την ίδια οικογένεια ή τύπο

a group of instruments or voices that perform together, typically of the same family or type 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
consorts
Παραδείγματα
In the medieval period, a consort was a group of instruments played together, often featuring combinations like viols or recorders. 

Στη μεσαιωνική περίοδο, ένα consort ήταν μια ομάδα οργάνων που έπαιζαν μαζί, συχνά με συνδυασμούς όπως βιόλες ή φλάουτα.

02

σύζυγος, σύντροφος

the husband or wife of a king, queen, or other ruling monarch 
Παραδείγματα
Prince Philip was the consort of Queen Elizabeth II. 

Ο πρίγκιπας Φίλιππος ήταν ο σύζυγος της βασίλισσας Ελισάβετ Β'.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store