Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brood
01
κουτάβια, απόγονοι
all the young of a bird hatched at the same time, or the young of an animal cared for together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broods
Παραδείγματα
The mother hen clucked softly to her brood of chicks, guiding them to a patch of grass for foraging.
Η κότα μητέρα κούκουβε ήπια στο κουτάβι της, οδηγώντας τα σε ένα κομμάτι γρασιδιού για να βρουν φαγητό.
to brood
01
αναλογίζομαι, εμμένω σε σκέψεις
to dwell on one’s troubles or worries in a depressed way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
brood
γ΄ ενικό πρόσωπο
broods
ενεστώτα μετοχή
brooding
απλός αόριστος
brooded
παθητική μετοχή
brooded
Παραδείγματα
The rainy weather made her brood about her financial struggles.
Ο βροχερός καιρός την έκανε να μελετά τις οικονομικές της δυσκολίες.
02
κλωσσώ, επωάζω
to sit on an egg until it hatches
Transitive: to brood bird eggs
Παραδείγματα
The hen brooded her eggs carefully in the nest.
Η κότα επώαζε προσεκτικά τα αυγά της στη φωλιά.
03
κατακρέμομαι, απειλητικά κρέμομαι
to stay close or hang over something in a heavy or threatening way
Intransitive
Παραδείγματα
Dark clouds brooded over the valley before the storm.
Σκοτεινά σύννεφα κρέμονταν πάνω από την κοιλάδα πριν από την καταιγίδα.
04
καταθύμια, σουφρώνω
to stay quiet and upset, showing anger or annoyance without saying much
Intransitive
Παραδείγματα
She brooded for hours, her arms crossed and her face set in a frown.
Αυτή καταδύθηκε σε σκέψεις για ώρες, με τα χέρια σταυρωμένα και το πρόσωπο συνοφρυωμένο.
Λεξικό Δέντρο
broody
brood



























