Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
willy-nilly
01
θέλοντας και μη, αναγκαστικά
in a way that happens regardless of someone's wishes or control
Παραδείγματα
She was dragged willy-nilly into the argument.
Τραβήχτηκε θέλοντας και μη στη διαμάχη.
02
χωρίς μέθοδο, ακατάλληλα
in a disorganized or careless manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Papers were stacked willy-nilly across the desk.
Τα χαρτιά ήταν στοιβαγμένα χωρίς καμία τάξη πάνω στο γραφείο.
willy-nilly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most willy-nilly
συγκριτικός βαθμός
more willy-nilly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His willy-nilly approach to commitments made him an unreliable partner.
Η διστακτική του προσέγγιση στις δεσμεύσεις τον έκανε αναξιόπιστο συνεργάτη.
02
ανοργάνωτος, χαοτικός
lacking order or proper structure
Παραδείγματα
The office was filled with willy-nilly piles of paper and half-finished reports.
Το γραφείο ήταν γεμάτο ακατάστατες στοίβες χαρτιών και μισοτελειωμένες αναφορές.



























