willy-nilly
willy
wɪlinɪli
vilinili
nilly

Ορισμός και σημασία του "willy-nilly"στα αγγλικά

willy-nilly
01

θέλοντας και μη, αναγκαστικά

in a way that happens regardless of someone's wishes or control 
willy-nilly definition and meaning
Παραδείγματα
She was dragged willy-nilly into the argument. 

Τραβήχτηκε θέλοντας και μη στη διαμάχη.

02

χωρίς μέθοδο, ακατάλληλα

in a disorganized or careless manner 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Papers were stacked willy-nilly across the desk. 

Τα χαρτιά ήταν στοιβαγμένα χωρίς καμία τάξη πάνω στο γραφείο.

willy-nilly
01

αποφασιστικός, διστακτικός

showing hesitation or indecisiveness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most willy-nilly
συγκριτικός βαθμός
more willy-nilly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His willy-nilly approach to commitments made him an unreliable partner. 

Η διστακτική του προσέγγιση στις δεσμεύσεις τον έκανε αναξιόπιστο συνεργάτη.

02

ανοργάνωτος, χαοτικός

lacking order or proper structure 
Παραδείγματα
The office was filled with willy-nilly piles of paper and half-finished reports. 

Το γραφείο ήταν γεμάτο ακατάστατες στοίβες χαρτιών και μισοτελειωμένες αναφορές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store