willow
wi
ˈwɪ
ουι
llow
ˌloʊ
λου
/wˈɪlə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "willow"στα αγγλικά

01

ιτιά, ιτιά για καλάθια

a type of tree that grows near water, with thin leaves which can be used for making baskets
willow definition and meaning
Παραδείγματα
The old willow had a large, sprawling canopy that offered a cool retreat on hot summer days.
Η παλιά ιτιά είχε ένα μεγάλο, απλωμένο θόλο που προσέφερε ένα δροσερό καταφύγιο στις καυτές καλοκαιρινές μέρες.
02

μηχανή καθαρισμού ινών, μηχανή άνοιγμα πρώτων ινών

a textile machine equipped with revolving spikes that open and clean raw fibers
Παραδείγματα
Workers fed the tangled fibers into the willow.
Οι εργάτες τάισαν τις μπερδεμένες ίνες στην willow.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store