disorderly
dis
dɪs
dis
or
ˈɔ:
aw
der
ly
li
li
orderly

Ορισμός και σημασία του "disorderly"στα αγγλικά

disorderly
01

ακατάστατος, ανεξέλεγκτος

undisciplined and unruly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disorderly
συγκριτικός βαθμός
more disorderly
διαβαθμίσιμο
02

ακατάστατος, σε αταξία

in utter disorder 
03

ανοργάνωτος, χαοτικός

having a lack of organization or arrangement, often causing confusion or disruption 
Παραδείγματα
The protest turned disorderly as the crowd grew restless. 

Η διαδήλωση έγινε ανοργάνωτη καθώς το πλήθος έγινε ανήσυχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store