Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disobey
01
απειθώ, παραβαίνω
to refuse to follow rules, commands, or orders
Transitive: to disobey a law or command
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disobey
γ΄ ενικό πρόσωπο
disobeys
ενεστώτα μετοχή
disobeying
απλός αόριστος
disobeyed
παθητική μετοχή
disobeyed
Παραδείγματα
Children are encouraged not to disobey their parents' instructions.
Τα παιδιά ενθαρρύνονται να μην απειθούν τις οδηγίες των γονιών τους.



























