Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disorder
01
διαταραχή, ασθένεια
a disease, illness, or medical condition that impairs normal physical or mental function
Παραδείγματα
Diet and exercise can help prevent certain metabolic disorders.
Η διατροφή και η άσκηση μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη ορισμένων μεταβολικών διαταραχών.
02
αταξία, αναστάτωση
conduct that causes public unrest
Παραδείγματα
The small act of vandalism sparked wider disorder that required additional law‑enforcement resources.
Η μικρή πράξη βανδαλισμού πυροδότησε ευρύτερη αταξία που απαιτούσε πρόσθετους πόρους επιβολής του νόμου.
03
αταξία, ανακατωσούρα
a state in which things are not arranged as expected
Παραδείγματα
The sudden storm caused disorder in the garden layout.
Το ξαφνικό καταιγισμό προκάλεσε αταξία στη διάταξη του κήπου.
to disorder
01
αναστατώνω, ανακατεύω
to bring disorganization or untidiness to a system, arrangement, or place
Παραδείγματα
Protesters disordered the city square with overturned carts.
Οι διαδηλωτές ανακατέψανε την πλατεία της πόλης με αναποδογυρισμένα καρότσια.
02
ταράζω, συγχύζω
to disturb someone's mind
Παραδείγματα
Learning about the mistake disordered her confidence.
Η μάθηση για το λάθος διατάραξε την αυτοπεποίθησή της.
Λεξικό Δέντρο
disorder
order



























