Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disobedient
01
ανυπάκουος, επιθετικός
refusing or failing to follow rules, orders, or instructions, often showing resistance to authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disobedient
συγκριτικός βαθμός
more disobedient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The disobedient child refused to go to bed when his parents told him to.
Το ανυπάκουο παιδί αρνήθηκε να πάει για ύπνο όταν του το είπαν οι γονείς του.
02
ανυπάκουος, απείθαρχος
unwilling to submit to authority
Λεξικό Δέντρο
disobedient
obedient
obedi



























