Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dismissal
01
απόρριψη, αρχειοθέτηση
a judgment disposing of the matter without a trial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dismissals
02
απόλυση, απομάκρυνση
the act of firing someone from their job
Παραδείγματα
His dismissal from the company came as a shock to his colleagues.
Η απόλυσή του από την εταιρεία ήταν ένα σοκ για τους συναδέλφους του.
03
απόλυση, παύση
official notice that you have been fired from your job
04
απόλυση, αποστολή
permission to go; the sending away of someone
05
απόλυση, αποκλεισμός
the act of a batsman being declared out by the official who oversees the cricket match
Παραδείγματα
The dismissal of the batsman occurred when the ball hit the stumps.
Η απόλυση του μπατσμαν συνέβη όταν η μπάλα χτύπησε τους stumps.
Λεξικό Δέντρο
dismissal
missal



























