disordered
Pronunciation
/dɪˈsɔɹdɝd/

Ορισμός και σημασία του "disordered"στα αγγλικά

disordered
01

ακατάστατος, μπερδεμένος

thrown into a state of disarray or confusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disordered
συγκριτικός βαθμός
more disordered
διαβαθμίσιμο
02

ακατάστατος, χαοτικός

incoherent or chaotic in nature
Παραδείγματα
The disordered data made it nearly impossible to draw any meaningful conclusions.
Τα ατακτοποιημένα δεδομένα έκαναν σχεδόν αδύνατη τη σύνταξη ουσιαστικών συμπερασμάτων.
03

ατακτος, ανοργάνωτος

not arranged in order
04

ατακτος, διαταραγμένος

affected by an abnormal physical or mental condition
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store