Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disjointed
01
ασύνδετος, ασυνεπής
not connected in an orderly or coherent way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disjointed
συγκριτικός βαθμός
more disjointed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His disjointed speech made it difficult to understand his main point.
Η ασύνδετη ομιλία του έκανε δύσκολο να κατανοηθεί το κύριο σημείο του.
02
εξαρθρωμένος, αποσυνδεδεμένος
physically detached, especially where two parts are normally connected
Παραδείγματα
The skeleton had a disjointed shoulder from the fall.
Ο σκελετός είχε έναν ξεκομμένο ώμο από την πτώση.
Λεξικό Δέντρο
disjointedly
disjointedness
disjointed
jointed
joint



























