disordered
dis
dɪs
dis
or
ˈɔ:
aw
dered
dəd
dēd
borderedordered

Ορισμός και σημασία του "disordered"στα αγγλικά

disordered
01

ακατάστατος, μπερδεμένος

thrown into a state of disarray or confusion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disordered
συγκριτικός βαθμός
more disordered
διαβαθμίσιμο
02

ακατάστατος, χαοτικός

incoherent or chaotic in nature 
Παραδείγματα
His disordered thoughts made it difficult to follow his explanation. 

Οι ακατάστατες του σκέψεις έκαναν δύσκολο να ακολουθήσεις την εξήγησή του.

03

ατακτος, ανοργάνωτος

not arranged in order 
04

ατακτος, διαταραγμένος

affected by an abnormal physical or mental condition 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store