Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disordered
01
ακατάστατος, μπερδεμένος
thrown into a state of disarray or confusion
02
ακατάστατος, χαοτικός
incoherent or chaotic in nature
Παραδείγματα
The disordered data made it nearly impossible to draw any meaningful conclusions.
Τα ατακτοποιημένα δεδομένα έκαναν σχεδόν αδύνατη τη σύνταξη ουσιαστικών συμπερασμάτων.
03
ατακτος, ανοργάνωτος
not arranged in order
04
ατακτος, διαταραγμένος
affected by an abnormal physical or mental condition
Λεξικό Δέντρο
disordered
ordered
order



























