Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disorder
01
διαταραχή, ασθένεια
a disease, illness, or medical condition that impairs normal physical or mental function
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disorders
Παραδείγματα
She was diagnosed with a thyroid disorder.
Διαγνώστηκε με διαταραχή του θυρεοειδούς.
02
αταξία, αναστάτωση
conduct that causes public unrest
Παραδείγματα
Police were called after the bar fight escalated into disorder in the street.
Η αστυνομία κλήθηκε αφού ο καβγάς στο μπαρ εξελίχθηκε σε αταξία στο δρόμο.
03
αταξία, ανακατωσούρα
a state in which things are not arranged as expected
Παραδείγματα
The room was in disorder after the children finished playing.
Το δωμάτιο ήταν σε αταξία αφού τα παιδιά τελείωσαν να παίζουν.
to disorder
01
αναστατώνω, ανακατεύω
to bring disorganization or untidiness to a system, arrangement, or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disorder
γ΄ ενικό πρόσωπο
disorders
ενεστώτα μετοχή
disordering
απλός αόριστος
disordered
παθητική μετοχή
disordered
Παραδείγματα
The children disordered the living room with their toys.
Τα παιδιά ανακατέψανε το σαλόνι με τα παιχνίδια τους.
02
ταράζω, συγχύζω
to disturb someone's mind
Παραδείγματα
The news of the accident disordered her thoughts for hours.
Η είδηση του ατυχήματος αναστάτωσε τις σκέψεις της για ώρες.



























