Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disobey
01
απειθώ, παραβαίνω
to refuse to follow rules, commands, or orders
Transitive: to disobey a law or command
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disobey
γ΄ ενικό πρόσωπο
disobeys
ενεστώτα μετοχή
disobeying
απλός αόριστος
disobeyed
παθητική μετοχή
disobeyed
Παραδείγματα
Disobeying a court order can result in serious legal consequences.
Η απείθεια σε δικαστική απόφαση μπορεί να έχει σοβαρές νομικές συνέπειες.



























