disorderly
dis
ˈdɪs
ντισ
or
ɔr
ορ
der
dɜr
ντερρ
ly
li
λι
/dɪsˈɔːdəli/

Ορισμός και σημασία του "disorderly"στα αγγλικά

disorderly
01

ακατάστατος, ανεξέλεγκτος

undisciplined and unruly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disorderly
συγκριτικός βαθμός
more disorderly
διαβαθμίσιμο
02

ακατάστατος, σε αταξία

in utter disorder
03

ανοργάνωτος, χαοτικός

having a lack of organization or arrangement, often causing confusion or disruption
Παραδείγματα
The room had a disorderly appearance, with furniture placed haphazardly.
Το δωμάτιο είχε μια ακατάστατη εμφάνιση, με τα έπιπλα τοποθετημένα τυχαία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store