Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disorderly
01
ακατάστατος, ανεξέλεγκτος
undisciplined and unruly
02
ακατάστατος, σε αταξία
in utter disorder
03
ανοργάνωτος, χαοτικός
having a lack of organization or arrangement, often causing confusion or disruption
Παραδείγματα
The room had a disorderly appearance, with furniture placed haphazardly.
Το δωμάτιο είχε μια ακατάστατη εμφάνιση, με τα έπιπλα τοποθετημένα τυχαία.
Λεξικό Δέντρο
disorderly
orderly
order



























