Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disorderly
01
ακατάστατος, ανεξέλεγκτος
undisciplined and unruly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disorderly
συγκριτικός βαθμός
more disorderly
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, conduct, society
02
ακατάστατος, σε αταξία
in utter disorder
03
ανοργάνωτος, χαοτικός
having a lack of organization or arrangement, often causing confusion or disruption
Παραδείγματα
The protest turned disorderly as the crowd grew restless.
Η διαδήλωση έγινε ανοργάνωτη καθώς το πλήθος έγινε ανήσυχο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disorderly
orderly
order



























