Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Welter
01
ένα χάος, μια ακατάστατη στοίβα
a large, disordered mass of things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
welters
Παραδείγματα
The attic was stacked with a welter of forgotten trinkets and broken furniture.
Το σοφίτα ήταν στοιβαγμένο με ένα σωρό από ξεχασμένα μπιχλιμπίδια και σπασμένα έπιπλα.
to welter
01
Βυθίστηκε στη δουλειά της, μόλις αντιλαμβανόμενη το πέρασμα του χρόνου.
to be deeply involved, absorbed, or overwhelmed by something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
welter
γ΄ ενικό πρόσωπο
welters
ενεστώτα μετοχή
weltering
απλός αόριστος
weltered
παθητική μετοχή
weltered
Παραδείγματα
She weltered in her work, barely noticing the time pass.
Αυτή βυθιζόταν στη δουλειά της, μόλις παρατηρώντας το πέρασμα του χρόνου.
02
κυλιέμαι, συστρέφομαι
to move about by twisting, turning, or rolling
Παραδείγματα
The pigs weltered in the mud under the hot sun.
Τα γουρούνια κυλιόντουσαν στη λάσπη κάτω από τον καυτό ήλιο.
03
ανακατεύομαι, σαλεύω βίαια
to be tossed about in an irregular, unsteady, or chaotic manner, like waves or crowds
Παραδείγματα
The boat weltered on the stormy sea.
Η βάρκα κυματιζόταν στην θυελλώδη θάλασσα.
04
κυλιέμαι, ξαπλώνω
to be sprawled, lying, or immersed in blood
Παραδείγματα
After the battle, soldiers weltered on the field, wounded and bloody.
Μετά τη μάχη, οι στρατιώτες κείτονταν στο πεδίο, τραυματισμένοι και ματωμένοι.
Λεξικό Δέντρο
welter
welt



























